Get Adobe Flash player

Λιμάνι Κανθάρου

Ο Κάνθαρος ήταν το μεγαλύτερο από τα τρία λιμάνια του Πειραιά., οφείλει το όνομα του στο σχήμα του. που μοιάζει με κύπελλο με δύο λαβές, ονομαζόμενο από τους αρχαίους "κάνθαρος". Το μέγεθος του ήταν στην αρχαιότητα μικρότερο απ’ ό, τι σήμερα. γιατί δεν περιλαμβανόταν σ' αυτό ο σημερινός προλιμένας, καθώς και η περιοχή βόρεια της νοητής γραμμής από την Ηετιώνεια Πύλη μέχρι την απέναντι πλατεία Καραϊσκάκη, που ήταν ελώδης και χρησιμοποιούνταν ως νεκροταφείο.

Η είσοδός του σημειωνόταν με δύο κίονες, που στην κορυφή τους άναβε φωτιά. Ο ένας σώζεται στο εργοστάσιο των Λιπασμάτων και ο άλλος δίπλα στο λεγόμενο Τάφο του Θεμιστοκλή. Οι χρήσεις του λιμανιού αυτού ήταν πολλαπλές: το τμήμα από το σημερινό τελωνείο ως τον προλιμένα, καθώς και η απέναντι ακτή της Ηετιώνειας ανήκαν στο πολεμικό ναυτικό και είχαν τις συνηθισμένες σ' αυτήν την περίπτωση εγκαταστάσεις (νεώσοικους, σκευοθήκες κλπ.), ενώ το ανατολικό τμήμα, από την πλατεία Καραϊσκάκη ως το τελωνείο, ήταν ο εμπορικός λιμένας, το Εμπόριον.

Στο σημείο που τελείωναν οι νεώσοικοι και άρχιζε ένας πλατύς παραλιακός δρόμος, βρέθηκε λίθινο ορόσημο με την επιγραφή: "Εμπoρίο και hοδό hόρος". Στο κέντρο αυτού του τμήματος, περίπου στην κατάληξη της οδού Β' Μεραρχίας, βρισκόταν η μεγάλη αποβάθρα, το "Διάζευγμα", και από πίσω το "Δείγμα", ένας χώρος όπου οι έμποροι παρουσίαζαν δείγματα από τα εμπορεύματα τους. Μια άλλη γνωστή αποβάθρα του εμπορικού λιμανιού ήταν το "Χώμα", που βρισκόταν νότια της Μακράς Στοάς, προς την Ηετιώνεια.

Η θέση αυτή ήταν σημαντική, γιατί εκεί συνεδρίαζε η Βουλή των Πεντακοσίων όποτε επρόκειτο να αναχωρήσει ο στόλος, αλλά και εκεί αγκυροβολούσαν τα πολεμικά πλοία πριν από τον απόπλου τους. Το Εμπόριον αποτελούσε έναν ιδιαίτερα δραστήριο και πολύβουο τομέα της πόλης. Τα πάνω από δέκα πλοία που φόρτωναν και ξεφόρτωναν καθημερινά στο λιμάνι, τα πληρώματα τους που διασκέδαζαν στα κοντινά πορνεία, οι κάθε είδους πωλητές αλλά και οι τεχνίτες δημιουργούσαν έναν ολόκληρο κόσμο, στον οποίο χτυπούσε η καρδιά της οικονομίας ολόκληρης της Αθήνας.

Κατά μήκος της ακτής του Εμπορίου βρίσκονταν πέντε δημόσιες στοές με μεγάλο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, που πλαισίωναν, σε σχήμα ανοιχτού Π, το εμπορικό τμήμα του λιμανιού και ήταν για τους ταξιδιώτες η πρώτη εντύπωση του αθηναϊκού μεγαλείου.

Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο ότι ο Περικλής δεν άφησε στην ιδιωτική πρωτοβουλία την ανέγερση αυτών των οικοδομημάτων, γιατί γνώριζε καλά με ποια ψυχολογικά μέσα θα μπορούσε να επιβληθεί η Αθήνα σε εκείνους που περνούσαν από το λιμάνι για εμπορικούς λόγους. Από αυτές τις στοές έχουν ταυτιστεί με βεβαιότητα η νοτιότερη, στη γωνία των οδών Νοταρά και Χαρ. Τρικούπη, και η βορειότερη, στη γωνία της Ακτής Ποσειδώνος με την οδό Γούναρη. Αυτή η τελευταία ήταν γνωστή με το όνομα Μακρά Στοά, και κατά το σχολιαστή του Αριστοφάνη κτίστηκε από τον Περικλή. Αναφερόταν συνήθως ως "αλφιτόπωλις" δηλαδή αγορά αλεύρων, γιατί εκεί γινόταν το εμπόριο των σιτηρών. Υπολογίζεται ότι καθημερινά περίπου 6 πλοία ξεφόρτωναν στο λιμάνι σιτάρι και κριθάρι, από τα οποία εξαρτιόταν η επιβίωση της Αθήνας.

Στη Μακρά Στοά αποθηκεύονταν τα εισαχθέντα δημητριακά πριν προωθηθούν στην Αθήνα, εκεί γινόταν η πώληση τους στους πολίτες σε περίπτωση σιτοδείας αλλά και η διανομή στα πληρώματα των πλοίων πριν από τον απόπλου. Ο Αριστοφάνης στους Άχαρνής" μας δίνει μια γλαφυρή περιγραφή της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο χώρο αυτό κατά την επιστράτευση.

Η στοά έμοιαζε με τη σήμερα αναστηλωμένη Στοά του Αττάλου στην Αγορά της Αθήνας, είχε δηλαδή μια κιονοστοιχία και από πίσω καταστήματα. Το καθένα από αυτά ήταν χωρισμένο σε δύο δωμάτια, από τα οποία το μεγαλύτερο (6x4μ.) θα ήταν το κυρίως μαγαζί, ενώ το μικρότερο (6x1,50), που επικοινωνούσε για τον ανεφοδιασμό και με το δρόμο που βρισκόταν πίσω από τη στοά, θα ήταν αποθήκη. Το πλάτος της όλης στοάς ήταν 15.50μ. και το μήκος της θα έφτανε τα 200μ., γεγονός που δικαιολογεί και το όνομα της.